καλπάζω


καλπάζω
[калпазо] р. скакать галопом.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καλπάζω" в других словарях:

  • καλπάζω — καλπάζω, κάλπασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καλπάζω — (Μ καλπάζω) [κάλπη (II)] (για άλογο) τρέχω με καλπασμό νεοελλ. 1. (για ιππέα) ιππεύω άλογο που καλπάζει 2. μτφ. προχωρώ αλματωδώς, εξελίσσομαι γρήγορα («ο πληθωρισμός καλπάζει») 3. (το θηλ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) η καλπάζουσα (ενν. φυματίωση) οξεία …   Dictionary of Greek

  • καλπάζω — κάλπασα 1. τρέχω με καλπασμό: Μεριάσαμε, γιατί τα άλογα πέρασαν καλπάζοντας. 2. προχωρώ, αναπτύσσομαι γρήγορα: Πρόκειται για καλπάζουσα φθίση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καλπάζει — καλπάζω trot pres ind mp 2nd sg καλπάζω trot pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλπάζειν — καλπάζω trot pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλπάζοντας — καλπάζω trot pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλπάσας — καλπά̱σᾱς , καλπάζω trot fut part act fem acc pl (doric) καλπά̱σᾱς , καλπάζω trot fut part act fem gen sg (doric) καλπάσᾱς , καλπάζω trot aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακαλπάζω — ἀνακαλπάζω (Α) καλπάζω, τρέχω με καλπασμό. [ΕΤΥΜΟΛ. ἀνα * + καλπάζω] …   Dictionary of Greek

  • ὑποκαλπαζόντων — ὑπό καλπάζω trot pres part act masc/neut gen pl ὑπό καλπάζω trot pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γκαλοπάρω — [γκαλόπ] καλπάζω, τρέχω έφιππος με καλπασμό …   Dictionary of Greek